Ο παππούς μου.

11 Sep

Τον παππού μου δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε δυο μήνες μετά τη γέννηση μου. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι του άρεσε να διηγείται ιστορίες. Από ότι φαίνεται έχω κληρονομήσει αυτό το χαρακτηριστικό, για αυτό και θα σας πω τη δική του ιστορία, μέσα από αφηγήσεις συγγενών και γνωστών.

Γεννήθηκε στα Πλεμενιανά Χανίων μέσα στη δεκαετία του 1920. Κάθε φορά που μιλούσε για τον τόπο του φούσκωνε από περηφάνια, αφού, όπως έλεγε, ποτέ δεν πάτησε εκεί τουρκικό πόδι. Η γιαγιά μου βέβαια, ισχυρίζεται πως το χωριό ονομαζόταν Τζεβρεμιανά μέχρι την Κατοχή. Είχε πάρει το όνομα του από τον Τζεβρέμ, έναν Τούρκο τσιφλικά, στον οποίο ανήκαν τα μισά κτήματα του χωριού. «Ποτέ μην πιστεύεις Καστρινούς* και γυναίκες με μπλαβά μάτια», συνήθιζε να λέει ο παππούς. Η γιαγιά μου είχε μπλε μάτια και καταγόταν από το Ηράκλειο.

Για τα γεγονότα της ζωής του μέχρι τα 20 δεν ξέρει κανείς τίποτα. Η άτυπη βιογραφία του ξεκινούσε πάντα από τον πόλεμο του ’40. Όποτε ρωτούσα τη γιαγιά μου σχετικά, έκανε πως άλλαζε μπαταρία στο ακουστικό της για τη βαρηκοΐα. Την ίδια αντίδραση είχε και κάθε φορά που τη ρωτούσα τι ψήφισε στις τελευταίες εκλογές. Στο χωριό, πάντως, υπάρχουν ψίθυροι σχετικά με την εφηβεία του παππού. Λέγεται πως στο γυμνάσιο ο παππούς μου περνούσε κάθε πρωί, πριν πάει σχολείο από το σπίτι του μαθηματικού. Του άρμεγε τις κατσίκες μιας και ο καθηγητής ήταν από την Αθήνα και δεν σκάμπαζε από άρμεγμα. Γέμιζε δύο κανάτια γάλα και του τα άφηνε στην πόρτα. Τα έπαιρνε η κόρη του, του έβραζε μια κούπα γάλα και τον ξυπνούσε για να πάει στο σχολείο. Η κόρη του, το Αννιώ, ήταν συμμαθήτρια του παππού μου. Ένα πρωί, το Αννιώ άργησε να ξυπνήσει τον καθηγητή. Ο καθηγητής βγήκε στην αυλή για να κάνει την ανάγκη του και είδε τον παππού με το Αννιώ να κυλιούνται γυμνοί στο χώμα πλάι στις κατσίκες, μουσκεμένοι στο γάλα. Σύμφωνα, πάντα, με τους ψιθύρους στο χωριό, μετά από τέσσερις μήνες η κοιλιά της Αννιώς είχε αρχίσει να φουσκώνει επικίνδυνα, παρά τους κορσέδες που φορούσε κάτω από τα φορέματά της. Ύστερα από τέσσερις μήνες και μία μέρα ο καθηγητής και το Αννιώ εξαφανίστηκαν από προσώπου γης και ο προπάππους μου έστειλε τον παππού στο Άγιο Όρος μέχρι τα 18 του, όταν και ξεκίνησε ο πόλεμος.

Στον πόλεμο ο παππούς, βρέθηκε στο μέτωπο στην Αλβανία. Γάγγραινα, ματωμένο χιόνι και ψείρες περιλαμβάνουν όλες οι ιστορίες που έχω ακούσει για εκείνη την περίοδο, εκτός από εκείνη του παππού μου. Δεν ξέρω αν μέχρι τα 20 του ήταν στο Άγιο Όρος ή δούλευε για τον Μεταξά, πάντως κατάφερε να κάνει τις κατάλληλες γνωριμίες «θεϊκές» ή πολιτικές που στον πόλεμο του απέφεραν την ιδιότητα του τροφοδότη. Το πρωί, ενώ, όλοι πολεμούσαν και έπεφταν κορμιά στη μάχη, ο παππούς μου ήταν κλεισμένος σε σπηλιές και ταξινομούσε τις κονσέρβες με τα τρόφιμα. Μόλις σταματούσαν τα πυρά, έβγαινε και μοίραζε στους επιζήσαντες φαγητό, νερό και τσιγάρα. Γενικά στην Αλβανία περνούσε τόσο καλά που γύρισε στα Χανιά δύο χρόνια αφότου έληξε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ η γείτονα χώρα είχε πάντα εξέχουσα θέση στην καρδιά και στις ιστορίες του.

Ένας μπάρμπας μου ισχυρίζεται πως ο παππούς δεν γύρισε από την Αλβανία στο χωριό μόνος του, αλλά με ένα μωρό, εξού και η διετής καθυστέρηση. Ένα κορίτσι κατάξανθό με πράσινα μάτια. Χρώματα που δεν ταιριάζουν με αυτά του καστανού παππού, αλλά ούτε και της μελαχρινής γαλανομάτας γιαγιάς μου. Σε αυτή τη φήμη δεν είχα δώσει ποτέ ιδιαίτερη βάση μέχρι να ανοίξουν τα σύνορα της χώρας στις αρχές του 90’ και να έρθει το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από την Αλβανία. Από τότε τη μητέρα μου την σταματάνε τουλάχιστον μια φορά το μήνα για αναγνώριση στοιχείων. Κανένας αστυνομικός μέχρι σήμερα δεν έχει πειστεί ότι η μητέρα μου δεν είναι Αλβανίδα, χωρίς να κοιτάξει τουλάχιστον τρεις φορές την ταυτότητά της. Μια φορά, μάλιστα, πέρασε ένα βράδυ αυτόφωρο, αφού ένας αστυνομικός ήταν πεπεισμένος ότι η ταυτότητα της ήταν πλαστή. Εγώ θα αρκεστώ, στο δεύτερο σκέλος της συμβουλής του παππού μου. Μπορεί ο μπάρμπας μου, που μου μετέφερε την παραπάνω φήμη, να μην ήταν από το Ηράκλειο, αλλά ήταν τουλάχιστον γαλανομάτης.

Ο παππούς και η γιαγιά παντρεύτηκαν, ως είθιστο, με προξενιό και έκαναν τρία παιδιά. Την θεία μου, την μητέρα μου και ένα αγόρι που δεν πρόλαβε να σαραντίσει, αφού πέθανε από άγνωστη για την εποχή ασθένεια. Έχτισαν ένα σπίτι στο κεντρικό δρόμο για Παλιόχωρα και φύτεψαν μπροστά από αυτό έναν πλάτανο. Σήμερα ο πλάτανος έχει ξεπεράσει τα είκοσι μέτρα. Όποιος έχει επισκεφθεί τα νότια Χανιά έχει σίγουρα περάσει από τη σκιά αυτού του πλατάνου. Κάτω από την ίδια σκιά συνήθιζε να κάθεται ο παππούς μου και να διηγείται ιστορίες στους συγχωριανούς του. Λάτρευε τις ιστορίες με δαίμονες και τελώνια. Η αγαπημένη του ιστορία είχε να κάνει με την αδερφή του, την Ευτέρπη.

Η θεία Ευτέρπη, λοιπόν, ήταν ένα κορίτσι όλο ζωντάνια και κέφι μέχρι τα είκοσι του. Στα είκοσι της συνέβη ένα περιστατικό που της άλλαξε τη ζωή. Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη και ενώ όλο το χωριό ήταν μαζεμένο στην κεντρική εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Νεκτάριο, για ένα γάμο, εκείνη είχε αργήσει να γυρίσει από το χοιροστάσιο. Επειδή δεν προλάβαινε να βράσει νερό στην κατσαρόλα για να λουστεί, πλύθηκε όπως όπως με κρύο νερό. Πριν προλάβουν να στεγνώσουν τα μαλλιά της, ντύθηκε, στολίστηκε και πήγε τρέχοντας στην κεντρική εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Νεκτάριο, για να προλάβει το γάμο περνώντας από το σταυροδρόμι που συναντιέται ο δρόμος προς Χανιά με τον δρόμο προς τα πίσω χωριά. Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε και το στόμα της ήταν στραβωμένο 2-3 πόντους προς τα δεξιά. Αν και όλοι στο πατρικό του παππού ήταν αναστατωμένοι και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί, ο παππούς μου τους κοίταζε ατάραχος γιατί γνώριζε. «Αν περάσεις λουσμένος από σταυροδρόμι την ώρα που κάνουν τραπέζι οι διαβόλοι, στραβώνει το στόμα σου», συνήθιζε να λέει με ύφος ιεροκήρυκα στους ακροατές του, κάθε φορά που έφτανε σε αυτό το σημείο της ιστορίας. Αν και ο παππούς μου πέθανε πεπεισμένος για την ακρίβεια της διάγνωσης του, η μάνα μου μου ανέφερε πρόσφατα, ότι ελλείψει χρημάτων άργησαν ένα μήνα να πάνε τη θεία στο γιατρό. Όταν πια την πήγαν σε ένα γιατρό στα Χανιά, εκείνος είπε πως είχε πάθει αρχικά ψύξη και επειδή είχε περάσει τόσος καιρός χωρίς να της δώσουν κάποιο φάρμακο, ήταν αδύνατο να επανέλθει το στόμα της στην κανονική του θέση.

Για τη σχέση της γιαγιάς μου με τον παππού ξέρω μόνο ένα πράγμα. Ότι ο παππούς δεν της είχε καμιά εμπιστοσύνη όσον αφορά τις αγροτικές δουλειές. Δεν την άφηνε να ασχοληθεί με τα ζώα και τις ελιές, αφού κάθε φορά φούρκιζε και από μια κατσίκα, ενώ μια χρονιά που εκείνη κλάδεψε τις ελιές, η παραγωγή του λαδιού μειώθηκε κατά δέκα τενεκέδες για την επόμενη διετία. Από τη γιαγιά, δεν μπόρεσα ποτέ να εκμαιεύσω ιδιαίτερες πληροφορίες για τη σχέση τους, αφού κάθε φορά που την ρωτούσα για το αν αγαπούσε τον παππού, μου απαντούσε λακωνικά ότι τον λάτρευε. Το ρήμα «λατρεύω» το χρησιμοποιούσε μόνο για τον παππού, τον Θεό και τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Τους υπόλοιπους απλώς μας αγαπούσε.

Για να φτιάξω το πολιτικό προφίλ του παππού μου, που ίσως κλονίστηκε στις συνειδήσεις σας από την εικασία μου σχετικά με την πιθανή σχέση του με τον Μεταξά λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ας μεταφερθούμε στην εποχή της δικτατορίας. Εκείνα τα χρόνια το σπίτι των παππούδων μου ίσως ήταν το μοναδικό που είχε ραδιόφωνο στο χωριό. Κάθε τέσσερις ώρες ο παππούς έκλεινε πόρτες και παράθυρα και κλεινόταν στην κουζίνα. Άνοιγε το ραδιόφωνο και κόλλαγε το αυτί του στο ηχείο. Άκουγε τα ανεξάρτητα νέα από την Deutschewelle, όπου κάθε τετράωρο μετέδιδε ειδήσεις από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Όταν τέλειωνε το δελτίο ειδήσεων της εποχής, ο παππούς έβγαινε στην αυλή σαν να μην έτρεχε τίποτα και συνέχιζε τις δουλειές του. Το βράδυ, όταν η αυλή του σπιτιού κάτω από τον πλάτανο ήταν γεμάτη από έμπιστους αριστερούς συγχωριανούς και αφού κοίταζε τον κεντρικό δρόμο μην τυχόν και περνάει κανένας δεξιών φρονημάτων συντοπίτης, άρχιζε να μεταφέρει τις ειδήσεις όπως τις άκουσε από την Deutschewelle. Φοβούμενος μην καταλήξει, όμως, εξόριστος στην Γαύδο έπαιρνε και μια ακόμα προφύλαξη. Μετέδιδε τις ειδήσεις στους συγχωριανούς του στα «κορακίστικα».

Τα «κορακίστικα» είναι ένας είδος διαλέκτου που χρησιμοποιούσαν στο χωριό όταν ήθελαν να πουν κάτι, αλλά να μην γίνει αντιληπτό από όλους. Για κάθε συλλαβή που χρησιμοποιούσαν, προσέθεταν μετά από αυτή άλλη μία συλλαβή η οποία περιλάμβανε το γράμμα «κ» και το φωνήεν που περιλάμβανε η προηγούμενη συλλαβή. Για παράδειγμα η λέξη «ποτάμι» στα κορακίστικα», είναι «πο-κο-τα-κα-μι-κι». «Κορακίστικα» μιλάνε ακόμα και σήμερα η μητέρα μου με τη θεία μου, όταν θέλουν να κατηγορήσουν τον πατέρα ή τον θείο μου, ενώ είμαι και εγώ παρόν.

Τελικά ο παππούς γλίτωσε την Γαύδο. Έπεσε η δικτατορία και το ραδιοφωνάκι άρχιζε να παίζει κάθε μέρα μουσική σε αρκετά ντεσιμπέλ, που ακουγόταν χωρίς να χρειάζεται να ακουμπήσει κάποιος το αυτί του στο ηχείο. Αντιθέτως, μάλιστα, η μουσική τα απογεύματα έπαιζε τόσο δυνατά που είχε γίνει το δεύτερο σήμα κατατεθέν του σπιτιού για τους συγχωριανούς μετά τον πλάτανο. Το ραδιοφωνάκι ήταν μονίμως συντονισμένο σε ένα Χανιώτικο σταθμό που έπαιζε μαντινάδες σε όλη τη διάρκεια του προγράμματός του. Η πρίζα που ήταν συνδεδεμένο, η οποία ήταν και η μοναδική του σπιτιού, βρισκόταν στην αυλή. Ήταν στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού, αριστερά από τον πέτρινο φούρνο και δεξιά από την πόρτα.

Ένα απόγευμα και ενώ η γιαγιά μου έλουζε τη μάνα μου και τη θεία μου στην σκάφη, στην κουζίνα, η μουσική σταμάτησε απότομα. Η γιαγιά άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αυλή για να δει τι είχε συμβεί. Στο επόμενο δευτερόλεπτο βρισκόταν σωριασμένη πλάι στο κεφαλόσκαλο. Εκεί βρισκόταν ο παππούς μου με ένα συγχωριανό και έναν δεμένο ταύρο. Ο ταύρος αποτελούσε το νέο επιχειρηματικό πλάνο του παππού μου. Όταν η γιαγιά συνήλθε από τη λιποθυμία, της εξήγησε πως ο ταύρος θα διατίθεντο προς ενοικίαση σε συγχωριανούς, με σκοπό να γκαστρώσει τις αγελάδες τους. Μπορεί να μην ξέρω το ακριβές ποσό που χρέωνε ο παππούς τους συγχωριανούς για τις «υπηρεσίες» του ταύρου, πάντως ήταν σίγουρα μεγάλο, αφού χάρη σε αυτό στα επόμενα χρόνια οι δυο κόρες του μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου σπούδασαν σε ιδιωτική σχολή ραπτική.

Από όταν οι κόρες του έφυγαν για την Αθήνα, ο παππούς διεύρυνε το επιχειρηματικό του πλάνο. Αγόρασε ένα αγροτικό αυτοκίνητο, φόρτωνε τον ταύρο και γύριζε όλα τα χωριά του νομού. Αρχικά τα επαγγελματικά του ταξίδια κρατούσαν μέρες, στη συνέχεια εβδομάδες, ώσπου προς το τέλος της ζωής του άρχισε να λείπει για μήνες. Τόσο η γιαγιά όσο και οι κόρες του στην Αθήνα δεν ανησυχούσαν ιδιαίτερα για τα ταξίδια του παππού μέχρι το προτελευταίο. Και αυτό γιατί γύρισε χωρίς τον ταύρο και χωρίς λεφτά. Η επίσημη δικαιολογία του ήταν ότι ο ταύρος είχε πλέον γεράσει και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στα «επαγγελματικά» του καθήκοντα. Έτσι αναγκάστηκε να τον πουλήσει για ψίχουλα. Δεν υπήρχε λόγος η οικογένεια να μην πιστέψει τον παππού. Ο ίδιος, μάλιστα, ένα πρωί χαιρέτησε τη γιαγιά και της είπε πως θα πήγαινε στο Ηράκλειο για να αγοράσει έναν νέο ταύρο, με τον οποίο θα ξεκινούσε απευθείας να περιοδεύει σε όλη την Κρήτη. Πέρασε ένας μήνας. Δυο μήνες. Τρεις μήνες. Ο παππούς πουθενά. Πάνω στο τρίμηνο η γιαγιά πήγε στην αστυνομία, η οποία μετά από μικρή έρευνα βρήκε το αγροτικό του παππού παρατημένο στο λιμάνι της Σούδας, αλλά κανένα άλλο στοιχείο για τον ίδιο. Αφού πέρασε πλέον ένας χρόνος και ο παππούς ήταν άφαντος, η οικογένεια θεώρησε ότι είτε θα έπεσε σε κάποιο χαντάκι και θα σκοτώθηκε είτε θα πνίγηκε. Οπότε του έκαναν την κηδεία χωρίς να βρεθεί το σώμα του και συνέχισαν να ζουν κανονικά τη ζωή τους.

Κάπου εδώ, μπαίνει ξανά στην ιστορία η θεία Ευτέρπη. Την κακορίζικη πέρα από το στραβό της στόμα, στα γεράματα τη βρήκε και το Αλτσχάιμερ. Από όταν αρρώστησε είχε δύο βασικά συμπτώματα. Πρώτον, συχνά πυκνά δεν θυμόταν κανέναν από την οικογένεια. Δεύτερον, έλεγε διάφορες ιστορίες για το παρελθόν του σογιού που κανείς δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια ή ψέματα. Ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, λοιπόν, και ενώ βρίσκομαι στα Πλεμενιανά για διακοπές περνάω από τη θεία Ευτέρπη να τη χαιρετήσω. Εκείνη, αν και με μπέρδεψε με τον πατέρα μου, μου πε να καθίσω και άρχισε να μου λέει ιστορίες για τον παππού. Όλως περιέργως οι ιστορίες ταυτίζονταν πλήρως με αυτά που είχα ακούσει μέχρι τότε για τον παππού. «Θα χει καμιά αναλαμπή», σκέφτηκα. Σε μία από αυτές, η θεία άρχισε να μου διηγείται το πόσο άγχος είχε τις φορές που έπρεπε να κρύψει έναν ταύρο πίσω από τη στέρνα. Αλλά και ότι μέχρι να γυρίσει κάθε φορά ο παππούς από την Αλβανία, το κοτέτσι άδειαζε, αφού η θεία ήταν αναγκασμένη να σφάζει όλες τις κότες προκειμένου να ταΐσει τον ταύρο. Μπορεί η θεία να είχε Αλτσχάιμερ, ωστόσο η ιστορία της άρχιζε να δίνει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τον παππού. Σημειωτέον η θεία ούτε από το Ηράκλειο είναι, ούτε μπλε μάτια έχει. Παρόλα αυτά, προτίμησα να ξεχάσω την επίσκεψη στη θεία και να συνεχίσω και εγώ τη ζωή μου.

Όλα αυτά μέχρι προχθές, που γιόρταζα τα 18α γενέθλια μου. Προς τιμή της ενηλικίωσης μου μαζεύτηκε όλο το σόι στο σπίτι και άρχισαν ξανά να διηγούνται ιστορίες για τον παππού. Για τον πόλεμο στην Αλβανία, για το στραβωμένο στόμα της θείας Ευτέρπης για τη Deutshewelle. Αφού στέρεψαν από ιστορίες άρχισαν να μου τσιμπάνε τα μάγουλα να μου λένε πόσο μεγάλωσα, αλλά και πόσο θα με αγαπούσε ο παππούς αν ζούσε. Θα ήταν περήφανος για μένα, επειδή ήμουν αγόρι και εκείνος δεν κατάφερε να αποκτήσει, επειδή πέρασα στο Πανεπιστήμιο και επειδή διηγούμαι και εγώ εξίσου καλά ιστορίες.  Αφού έγκωσα από τα κανακέματα και τα κεράσματα που έβγαζε κάθε τρεις και λίγο η μητέρα μου, χώθηκα στο δωμάτιο μου για να δω και κάποιες κάρτες με ευχές που μου είχαν στείλει από το χωριό. Μεταξύ αυτών υπήρχε και μία καρτ-ποστάλ με μια φωτογραφία από το Αργυρόκαστρο, η οποία έγραφε: «Χρόκονιακα ποκολλακα οκο πακαπουκους σουκου».

*Καστρινός= Ηρακλειώτης

Advertisements

Κύριος.

31 Mar

Γεννήθηκα σε ένα χωριό έξω από τα Άδανα την άνοιξη του 1883. Κανείς δεν ξέρει την ακριβή ημερομηνία γέννησης μου, αφού ο πατέρας μου κατέβαινε στην πόλη μόνο κάθε φορά που τέλειωναν οι ζωοτροφές (μία φορά το μήνα). Κατέβαινε και ένα βράδυ την εβδομάδα, όταν επισκεπτόταν το μπουρδέλο της πόλης, αλλά εκείνες τις ώρες τα ληξιαρχεία δεν ήταν ανοιχτά. Αδέρφια δεν είχα. Θρυλείται ότι ήμουν το πέμπτο παιδί της οικογένειας. Πριν από μένα είχαν γεννηθεί τέσσερα κορίτσια, τα οποία πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στην αγκαλιά του πατέρα μου, λεπτά μετά τη γέννηση τους. Η επίσημη δικαιολογία είναι ότι βγήκαν νεκρά από την κοιλιά της μητέρας μου. Η ανεπίσημη είναι ότι ο πατέρας μου ήθελε μόνο αγόρια για να τον βοηθάνε με τα ζώα.

Ο πατέρας μου ήταν κτηνοτρόφος. Εξέτρεφε κατσίκια, κότες, μοσχάρια. Εγώ τον βοηθούσα κάθε μέρα με τα ζώα, τα οποία ήταν για χρόνια οι καλύτεροι μου φίλοι. Παράτησα το σχολείο στα 13 ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα μου: «Ποια γράμματα; Το κρέας φέρνει λεφτά και τα λεφτά κρέας». Στα 15 ερωτεύτηκα την, συνομήλικη μου, κόρη του γείτονα. Για μήνες περνούσα έξω από το σπίτι της καθώς πήγαινα τα ζώα να βοσκήσουν και προσπαθούσα να της ξεκλέψω ένα βλέμμα. Εκείνη είχε καταλάβει ότι περνούσα για χάρη της και κάθε μέρα την ίδια ώρα καθόταν στην αυλή και χτένιζε τα μακριά μαύρα της μαλλιά. Αφού καταλάβαινε ότι την κοιτούσα για τουλάχιστον 5 λεπτά αποχαυνωμένος, έριχνε πάντα μετά από λίγο την χτένα στο πάτωμα. Το εκατοστό του δευτερολέπτου που έκανε για να τη σηκώσει νομίζω ότι με κοιτούσε. Αυτό το κοίταγμα της ήταν η ελπίδα μου ότι με θέλει και αποτελούσε το κίνητρο μου για να περάσω και το επόμενο πρωί από το σπίτι της. Μετά από 9 μήνες αποδείχθηκε ότι όντως με κοιτούσε. Πάνω στους 9 μήνες, λοιπόν, αποφάσισα πως έπρεπε να κάνω κάτι για να την εντυπωσιάσω. Μία μέρα πέρα από τα ζώα που είχα για βοσκή, πήρα μαζί μου και μια κότα. Με το που ένιωσα ότι το αντικείμενο του έρωτα μου ήταν έτοιμο να ρίξει κάτω τη χτένα του, έπιασα την κότα από το λαιμό και της τον έκοψα με ένα παλτά που είχα μαζί μου. Ο λαιμός δεν κόπηκε καλά. Η κότα το σκασε και για τα επόμενα 30” έτρεχε με μισοκομμένο κεφάλι στην αυλή της καλής μου μέχρι να ξεψυχήσει. Η καλή μου τρόμαξε και φώναξε τόσο δυνατά που τα ζώα μου άρχισαν να τρέχουν σαν δαιμονισμένα. Κατάφερα να τα βρω όλα δύο χιλιόμετρα πιο κάτω μετά από πέντε ώρες. Περιττό να αναφέρω ότι η καλή μου δεν ξαναήταν από τότε συνεπής στο άτυπό μας ραντεβού.

Α, είχα και μια μάνα. Δύο φορές άκουσα τη φωνή της. Η πρώτη ήταν όταν ο πατέρας μου της ανακοίνωσε στα (16 μου) ότι θα με έστελνε στην Κωνσταντινούπολη ως βοηθό ενός κολλητού του σε ένα εργαστήριο που έφτιαχναν λουκάνικα. Η μάνα μου πρόλαβε να ψελλίσει: «όχι» μέχρι να την αγριοκοιτάξει ο πατέρας μου. Την κοίταξε με το ίδιο φονικό βλέμμα που κοίταζε και τους τράγους του όταν περνούσε ένας μήνας και δεν είχαν καταφέρει να γκαστρώσουν καμία από τις κατσίκες του. Σε μια συζήτηση μετά από χρόνια με τον ιδιοκτήτη του εργαστηρίου έμαθα, ότι ήταν και ιδιοκτήτης του μπουρδέλου στα Άδανα, απ’ όπου είχε γνωρίσει τον πατέρα μου.

Στο εργαστήριο της Πόλης φτιάχναμε τριών ειδών λουκάνικα. Μοσχαρίσια, αρνίσια και τα σπέσιαλ. Τα σπέσιαλ είχαν μοσχάρι, αρνί, αλλά και κάτι που το αφεντικό δεν αποκάλυπτε ούτε στους πελάτες, ούτε στους υπαλλήλους του. Κάθε φορά που τον ρωτούσαμε κοιτούσε πονηρά τον ουρανό και έλεγε: « Θα ζήλευε ακόμα και ο Αλλάχ». Το μείγμα για τα σπέσιαλ το έφερνε από το σπίτι του στα Πριγκηποννήσια. Ένα Σαββατοκύριακο με πήρε μαζί του στη Μπουγιουκάντα. Νησί στο Βόσπορο. Τουριστικό θέρετρο επιφανών Κωνσταντινουπολιτών. Εκεί μου αποκάλυψε το τρίτο συστατικό των λουκάνικων σπέσιαλ και ανέτρεψε την κοσμοθεωρία μου. Το πρωί εκείνης της Κυριακής με πήγε σε ένα έρημο χωράφι στην άκρη του νησιού, το οποίο είχε στη μέση μια περίεργη κατασκευή. Αφού μου είπε ότι σε περίπτωση που μαρτυρούσα ό, τι έβλεπα εκεί μέσα, θα ανακοίνωνε στη μάνα μου ότι έχω μια αδερφή στα Άδανα, κόρη του πατέρα μου και μιας από τα κορίτσια που επισκεπτόταν ο πατέρας μου στο μπουρδέλο της πόλης, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια εικόνα που έμελλε να αλλάξει τη κοσμοθεωρία μου, τη θρησκεία μου και να σφραγίσει τον επαγγελματικό μου προσανατολισμό. Άνοιξε την πόρτα της κατασκευής. Βρέθηκα αντιμέτωπος με δεκάδες γουρούνια τα οποία κυλιόντουσαν στις λάσπες και έτρωγαν φλούδες καρπουζιού.  Στο βάθος της κατασκευής υπήρχε ένας Έλληνας χασάπης ο οποίος τα έσφαζε. Τα πακέταρε και τα έδινε στο αφεντικό να τα πάει στο εργαστήριο. Από εκείνη τη μέρα τα έσπασα με τον Αλλάχ. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι υπήρχε τέτοια αμβροσία εκεί έξω και δεν άφηνε τους πιστούς του να φάνε. Άρχισα να τρώω μόνο τις φλούδες του καρπουζιού και να πετάω το υπόλοιπο, όπως τα αγαπημένα μου πλέον γουρούνια. Αγάπησα την Ελλάδα λόγω του Έλληνα χασάπη και αποφάσισα ότι θα διαδώσω την τέχνη του σπέσιαλ λουκάνικου σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο!

Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης με το αφεντικό μου. Βλέπε μυστικό για χοιρινό κρέας στα λουκάνικα και ύπαρξη μιας αδερφής μου κάπου στα Άδανα. Στα 25 μου, έχοντας σχεδόν 10ετή εμπειρία στο χώρο του λουκάνικου, με έκανε υπεύθυνο ενός καταστήματος του στη Σμύρνη. Είχε πλέον μπόλικα μέσα στην Πόλη και στα παράλια. Στη Σμύρνη επηρεασμένος από την παστρικότητα των Ελλήνων-που λόγω χασάπη είχα πλέον αγαπήσει- έγινα Κύριος. Τουλάχιστον εμφανισιακά, μιας και τα λουκάνικα τα έτρωγα ακόμα με τα χέρια και ωμά. Φορούσα πάντοτε σακάκι, πουκάμισο και είχα ένα μουστάκι. Επίσης είχα πάντα στην τσέπη του σακακιού μου ένα άσπρο μαντήλι που πρόσφερα στις κυρίες που συνόδευα επί πληρωμή κάθε φορά που φτερνιζόντουσαν. Το άσπρο μαντήλι το χα ζηλέψει από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Το χε στις περισσότερες δημόσιες εμφανίσεις του. Δεν ξέρω τι έλεγε από πολιτική, αλλά τον πήγαινα γιατί ήθελε να μας κάνεις Ευρωπαίους. Και ένας κύριος σαν και εμένα έλκονταν από την Ευρώπη.

Αν βγάλεις τον «έρωτα» για την μαυρομαλλούσα καλή μου στα 15 μου, δεν ένιωσα αντίστοιχα συναισθήματα για άλλη γυναίκα. Στα μπουρδέλα της Πόλης νωρίτερα, αλλά και στη Σμύρνης μετά ήμουν ο καλύτερος πελάτης. «Σωστό κύριο», με φώναζαν οι τσατσάδες της περιοχής. Είχαμε τόσο καλές σχέσεις που δεν πλήρωνα πλέον σε λεφτά, αλλά σε λουκάνικα. Ξέρετε τα σπέσιαλ. Πέρα από τα μπουρδέλα και τα λουκάνικα άρχισα να αγαπώ και τα ταξίδια. Με αφορμή αρχικά το εμπόριο λουκάνικων και στη συνέχεια τα ταξίδια καθεαυτά, άρχισα να ταξιδεύω σε όλη την Ευρώπη και την Β. Αφρική. Είχα ιδιαίτερη εκτίμηση στην Αίγυπτο. Όχι για τις Πυραμίδες και τον αρχαίο πολιτισμό, αλλά γιατί εκεί γνώρισα τον παστουρμά, ο οποίος αποτέλεσε το συστατικό των λουκάνικων που άρχισα να λανσάρω στις αρχές του 1920 στην τότε αγορά.

Πριν  όμως προλάβει να δοκιμάσει έστω ο μισός πληθυσμός της Σμύρνης λουκάνικο με παστουρμά, άρχισαν οι τσαμπουκάδες στην πόλη από τους δικούς μας για τους Έλληνες. Κάηκε το αγαπημένο μου μπουρδέλο. Το είχε μια Ελληνίδα. Ο παστουρμάς δεν είχε πέραση στους Τούρκους. Έλληνες δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστοι, οπότε αποφάσισα να φύγω. Πετάχτηκα μέχρι τα Άδανα για να χαιρετήσω τη μάνα μου. «Μην» είπε αυτή τη φορά-η δεύτερη και τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της- και έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας. Δεν την έχω δει από τότε. Φήμες λένε ότι μένει πλέον μαζί με την αδερφή μου -την κόρη της πόρνης και του πατέρα μου από το μπουρδέλο στα Άδανα-, η οποία όταν ενηλικιώθηκε ξεσήκωσε τα Άδανα να βρει τον πραγματικό της πατέρα. Ο πατέρας μου πέθανε στο γνωστό μπορυρδέλο. Πέθανε τουλάχιστον χαρούμενος. Πάντα μου έλεγε ότι πάνω σε μια γυναίκα είναι ο καλύτερος τρόπος για να πεθάνεις. Α μην ξεχάσω και το αφεντικό μου! Χάρη στις διασυνδέσεις του. Μπουρδέλα. Σπέσιαλ λουκάνικα και Πριγκηποννήσια κατάφερε να μπει στην κυβέρνηση Ατατούρκ και να γίνει ένα από τα δεξιά του χέρια. Δεν έχω νέα του, αλλά μου άφησε το μαγαζί στη Σμύρνη και δύο στην Πόλη. Τα έσοδα από τα μαγαζιά στην Πόλη συν τα έσοδα από το μαγαζί στην Αλεξάνδρεια (θα πάμε εκεί σε λίγο) καλύπτουν όλα τα κουλτουριάρικα χόμπι της Μελανίας μου.

Στην αρχή με σημάδεψαν τα γουρούνια. Μετά ο παστουρμάς και πιο μετά ένα τηγάνι. Για τα γουρούνια τα είπαμε. Αφού περιηγήθηκα για χρόνια σε όλη την Ευρώπη και έμαθα να λέω «καλημέρα», «ευχαριστώ», «είστε πολλή γοητευτική κυρία μου» σε 4-5 γλώσσες κατέληξα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί άνοιξα σε συνεργασία με έναν Αιγύπτιο, τον Πορκώ. Αχμέντ τον λένε, αλλά το κάναμε Πορκώ γιατί είναι πιο «γουρουνίσιο» και πιο «ευρωπαϊκό». Την Πορκώ και Σία. Μία από τις μεγαλύτερες αλλαντοποιίες της Ευρώπης. Αρχίσαμε να φτιάχνουμε όχι μόνο σπέσιαλ λουκάνικα με χοιρινό αλλά και σπέσιαλ λουκάνικα με παστουρμά, αλλά και μορταδέλες και ζαμπόν με τα ίδια μείγματα. Εγω κράτησα το Σία. Σαν σωστός κύριος δεν μου αρέσει να κλέβω την δόξα. Έτσι και αλλιώς μου την δίνουν δικαιωματικά μόλις με γνωρίσουν καλύτερα.

Την δόξα έκλεψα και ένα βράδυ σε μια παρέα Αιγιπτίων, φίλων του Αχμέντ/Πορκώ. Ενώ κάναμε ναργιλέ και τους διηγούμουν τα ταξίδια μου, την αγάπη μου για την Ελλάδα, λόγω του χασάπη και την εμπειρία μου στο χώρο του λουκάνικου. Εκείνο το βράδυ ένας Αιγίπτυος παντρεμένος με Ελληνίδα μου πρότεινε να μου δώσει την κόρη του (μία από τις τρεις που είχε προς αποκατάσταση). Την Μελανία. Έχοντας βαρεθεί να τρώω ωμά λουκάνικα, έχοντας αγοράσει τηγάνι και όλα τα είδη ενός νοικοκυριού, αλλά μην έχοντας κανένα να τα χρησιμοποιήσει, είπα «ναι» στην πρόταση του Αιγυπτίου, δίνοντας το λόγο μου χωρίς να χω καν δει τη Μελανία.  Είχε έρθει άλλωστε ο καιρός να κάνω σεξ με γυναίκα χωρίς να προσφέρω λεφτά ή λουκάνικα. Πού να ξέρα ότι η Μελανία θα μου τρωγε περισσότερα λουκάνικα από ότι οι πόρνες Πόλης, Σμύρνης, Αμβέρσας και περιχώρων και θα έκανε χειρότερο σεξ! Όταν, βέβαια, δεν είχε πονοκέφαλο και κατάθλιψη λόγω Πόε, Μποντλαίρ και Καβάφη.

Την επόμενη μέρα έβαλα το καλό μου κοστούμι, το λευκό μαντήλι στο πέτο. Έστριψα το μουστάκι. Τύλιξα 5 κιλά λουκάνικα σπέσιαλ και πήγα να γνωρίσω επισήμως τη Μελανία. Όταν την είδα δεν ένιωσα κάτι. Δεν ένιωθα άλλωστε γενικώς με τις γυναίκες. Χωρίς ίχνος ενδοιασμού έδωσα τα χέρια με  Μελανία και σόι. Σαν σωστός κύριος κράτησα το λόγο μου και εδώ και 5 χρόνια είμαστε πλέον παντρεμένοι. Αφού θυσίασα άπειρους τόνους αλλαντικών για να την πάω από το πατρικό του Jayme Joyce στο Δουβλίνο μέχρι την Πρέβεζα για να κατανοήσει το περιβάλλον που βρισκόταν ο Καρυωτάκης λίγο πριν αυτοκτονήσει, βρεθήκαμε λίγο πριν την έναρξη της σκηνής μας στην Ιταλία για να δει και την Καπέλα Σιξτίνα. Μετά από ένα τουρ σε όλη την ιταλική κουλτούρα και διανόηση μπαρκάραμε στο παρόν πλοίο. Τελείωσα Μελανία μου! Μην φωνάζεις καλή μου!

* Πρόκειται για backstory του “Κυρίου” από την “Πινακοθήκη των Ηλιθίων” του Τσιφόρου. Ο “Κύριος” είναι ένας άξεστος τύπος. Αλλαντοποιός. Είναι παντρεμένος με μια ανοργασμική κουλτουριάρα, που δεν τη θέλει καθόλου και για αυτό πηγαίνει όλο με πόρνες. Στο έργο εμφανίζεται σε μια σκηνή όπου την πέφτει στην πρωταγωνίστρια. Αυτά τα λίγα στοιχεία δίνει ο Τσιφόρος για τον “Κύριο”. Η παραπάνω ιστορία είναι αποτέλεσμα της νοσηρής φαντασίας μου.

Λένα.

21 Mar

Προσπαθεί να ανασάνει. Δεν μπορεί. Ένας αόρατος κορσές της πιέζει το στήθος. Παλεύει  να κουνήσει τα χέρια της. Μάταια. Ένα κύμα παραλυσίας έχει πλημμυρίσει το κορμί της. Της έχουν απομείνει ελάχιστα λύτρα διαθέσιμου οξυγόνου. Ξαφνικά χτυπάει το ξυπνητήρι. Το κορμί της τινάζεται σαν από ηλεκτροσόκ και σταγόνες ιδρώτα πετάγονται τον καθρέφτη απέναντι της. Κοιτάζει το είδωλο της. Τα μαλλιά της είναι μπλεγμένα και το πρόσωπο της κάτωχρο, σαν να έχει μόλις ξυπνήσει από τον απόλυτο εφιάλτη. Δυστυχώς για αυτήν δεν κοιμόταν. Βρισκόταν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, την οποία βιώνει συχνά σε περιόδους πίεσης. Και η πίεση που χαρακτηρίζει τη ζωή της τις τελευταίες δύο εβδομάδες είναι πολύ έντονη.

Μένει με την αδελφή της σε ένα ασφυκτικό δυάρι στον Κολωνό. Τερέζα λένε την αδελφή της. Ένα κορίτσι δύο χρόνια μικρότερο από τη Λένα, μικρόσωμο, χωρίς ίχνος αυτοεκτίμησης, παρά τη φινετσάτη εμφάνισή του. Η Λένα είναι εκείνη που πρέπει να μπολιάζει με σιγουριά τα κενά στο εγώ της, ενώ πρέπει ταυτόχρονα να υπομένει τον γκόμενο της. Ο Λάμπρος, ο της Τερέζας, τις τελευταίες 15 μέρες έχει εγκατασταθεί στο διαμέρισμα του Κολωνού και δεν λέει να ξεκολλήσει. Άνεργος, μέθυσος με δυο αγαπημένες ασχολίες. Να αδειάζει καθημερινά, χωρίς καμία τύψη, τις λιγοστές προμήθειες του ψυγείου και να προσπαθεί να κερδίσει τον τίτλο του επιβήτορα της γειτονιάς. Ένα βραβείο που δικαιωματικά είχε κατακτήσει αφού κάθε φορά που προσπαθούσε να ικανοποιήσει τα ζωώδη ένστικτα τού με τη Τερέζα, την χτυπούσε αλύπητα. Όχι τόσο επειδή ο σαδισμός αποτελούσε τμήμα των σεξουαλικών του φαντασιώσεων, όσο για να ακούσουν οι γείτονες τις φωνές της και να αντιληφθούν το “μεγαλείο” του ανδρισμού του.

Το παρουσιαστικό της Λένας δεν απέχει πολύ από αυτό της αδελφής της. Δεν είναι λίγες οι φορές που τις περνούν για δίδυμες. Άλλες τόσες και οι περιπτώσεις που οι ίδιες το εκμεταλλεύτηκαν χρησιμοποιώντας, όπου χρειάστηκε, η μία την ταυτότητα της άλλης. Λίγο πάνω από 1.60, καστανά μαλλιά και απαλά χαρακτηριστικά προσώπου. Σε αντίθεση με την αδερφή της έσφυζε από σιγουριά χωρίς ωστόσο να ξεπερνά ποτέ τη λεπτή γραμμή αυτοπεποίθησης-εγωπάθειας. Είχε χωρίσει με τον «καλό» της, όπως συνήθιζε να τον συστήνει σε τρίτους, χωρίς να τον έχει ξεπεράσει. Βλεπόντουσαν συχνά, αλλά δεν ερωτοτροπούσαν. Αντάλλασσαν φιλιά στο στόμα. Περισσότερο σαν ενδείξεις αγάπης παρά σαν εκδηλώσεις σωματικού πάθους. Τις τελευταίες 2 εβδομάδες δεν είχαν μιλήσει καθόλου. Ο καλός της, υπάλληλος πολυεθνικής εταιρείας, είχε πάρει μετάθεση πριν από 6 μήνες στην Πάτρα. Ήξερε πως μπορούσε να τον επισκεφθεί όποτε εκείνη επιθυμούσε χωρίς να τίθεται θέμα για το αν το ήθελε αντιστοίχως και εκείνος.

Αυτό το Σαββατοκύριακο φάνταζε ιδανικό για να αποδράσει. Θα άφηνε πίσω τα ψυχολογικά της αδερφής της, τον αγροίκο τον Λάμπρο, αλλά και τη δουλειά της, η κατάσταση στην οποία είχε φτάσει στο απροχώρητο. Έγραφε σε ένα μηνιαίο γυναικείο περιοδικό. Δεν φτάνει που κάθε μήνα έπρεπε να «γεννά» 69 νέους τρόπους για να «τον κάνεις να κλάψει από ηδονή» είχε και τον φαλλοκράτη, τον αρχισυντάκτη, να τη στέλνει για συνεντεύξεις σε όποιο μέρος της Αθήνας ήταν προσβάσιμο με συνδυασμό τουλάχιστον τριών αστικών συγκοινωνιών. Την τιμωρούσε, γιατί δεν δέχτηκε ποτέ να μετουσιώσει σε πράξεις μαζί του, όσα έγραφε στα κείμενα της..

Αυτό το διήμερο δεν θα επέτρεπε σε κανένα να της το χαλάσει. Αφότου άκουσε το λυτρωτικό ήχο από το ξυπνητήρι, πήρε την μικρή της κόκκινη βαλίτσα και κατευθύνθηκε προς τα ΚΤΕΛ του Κηφισού. Περιοδικό δεν υπήρχε περίπτωση να αγοράσει. Ήθελε να αφήσει στην Αθήνα οτιδήποτε την επανέφερε στην καθημερινότητα της. Της αρκούσε το mp3, το οποίο είχε θυμηθεί να γεμίσει με απαλά τραγούδια το προηγούμενο βράδυ. Με παρέα την προσμονή για τις στιγμές της με τον αγαπημένο της, το λεωφορείο ξεκίνησε.

Στη βαλίτσα της είχε ένα τάπερ με δυο μερίδες χοιρινό με ρύζι και γλυκόξινη σάλτσα. Είναι το αγαπημένο του φαγητό. Μειδιούσε γλυκά καθώς σκεφτόταν πως θα τον ευχαριστούσε και μόνο η μυρωδιά, μόλις άνοιγε το πλαστικό μπολ. Δεν είχε βάλει καθόλου κρεμμύδι, γιατί τον πείραζε στο στομάχι. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που γνωρίζει ακόμα και για τις γαστρονομικές του ιδιαιτερότητες την κάνουν να νιώθει ξεχωριστή. Είναι ερωτευμένη μαζί του. Σίγουρα. Αλλά ταυτόχρονα πολύ πληγωμένη για να γυρίσει πίσω. Εκείνη ήταν που έβαλε τέλος στη σχέση. Δεν τον έπιασε με άλλη. Όχι. Ούτε τον βαρέθηκε. Αντιθέτως κάθε μέρα που περνούσε πλάι του τον ένιωθε πιο έντονα στο σώμα και την καρδιά της. Ο χωρισμός της για εκείνη, οφειλόταν στην τσιγκουνιά του. Όχι στα οικονομικά. Μακάρι να ήταν αυτό. Στα συναισθήματα. Μπορεί να ήταν πλούσια, αλλά οι εκδηλώσεις τους πενιχρές. Η Λένα, ένας άνθρωπος γεμάτος με όρεξη να δώσει και να λάβει δεν μπορούσε να το ανεχτεί αυτό. Αρκετή καταπίεση ένιωθε στη ζωή. Δεν μπορούσε να καταπιεστεί και στο συγκεκριμένο τομέα. Αυτό δεν θα το ανεχόταν με κανένα τρόπο και το έδειξε περίτρανα άλλωστε.

Παρόλα αυτά, αυτή τη φορά ένιωθε έτοιμη να του δοθεί ξανά. Δεν έκανε εκπτώσεις στα θέλω της, απλώς ένιωθε πιο ευάλωτη από ποτέ. Μόνο με τη σκέψη ότι θα της έλεγε «Σ’ αγαπώ» και θα προσπαθούσε να τη διεκδικήσει ξανά η καρδιά της χτύπησε δυνατά, τόσο που νόμισε πως θα την ακούσει ο διπλανός της. Ένα απότομο φρενάρισμα του πούλμαν την επανέφερε στην πραγματικότητα. Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή από την τσάντα της και άρχισε να φωτογραφίζει αδιακρίτως ανθρώπους και τοπία. Δεν το έκανε επειδή έβρισκε κάτι αξιομνημόνευτο. Τη  διαδρομή την είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν και ήλπιζε τουλάχιστον άλλες τόσες στο μέλλον. Της τραβούσε για να της δείξει στον καλό της. Εκείνος ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί για το χόμπι της. Κάθε φορά που του έδειχνε φωτογραφίες πάσχιζε να δείξει ενδιαφέρον χωρίς να μπορεί να κρύψει επιτυχώς την έκδηλη αδιαφορία του. Αυτή η σκέψη δεν την απογοήτευσε. Αντιθέτως την πείσμωσε και συνέχισε να τραβάει μέχρι τη στιγμή που το πούλμαν έφτασε στον προορισμό του.

Μόλις το αριστερό της πόδι άφησε το τελευταίο σκαλί του λεωφορείου, ξεφύσηξε ασυνείδητα, μα ταυτόχρονα με ανακούφιση. Δεκαπέντε μέρες άγχους και πίεσης είχαν μετατραπεί σε ελάχιστα κυβικά εκατοστά αέρα, που μόλις είχαν εγκαταλείψει το στήθος της. Μια σχεδόν αμελητέα ποσότητα, αλλά τόσο ουσιαστική αφού της επέτρεπε να παραδώσει τη σκέψη της ολοκληρωτικά στη συνάντηση με τον καλό της. Διέσχισε με λαχτάρα τη λεωφόρο μπροστά από το σταθμό και έστριψε δεξιά στο πρώτο στενό. Το διαμέρισμα του αγαπημένου της ήταν στο τέλος αυτού του δρόμου. Το πεζοδρόμιο ήταν ανηφορικό, αλλά για την Λένα δεν είχε σημασία. Κάθε βήμα της την έφερνα πιο κοντά σε εκείνον. Μόλις έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας, βρήκε την πόρτα ανοιχτή. Βάδισε προς τις σκάλες, αλλά κοντοστάθηκε για να ρίξει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη αριστερά της. Άνοιξε την τσάντα της θέλοντας να φρεσκαριστεί. Δεν έβαλε κραγιόν, ούτε σκιά στα μάτια, παρόλο που τα χείλη της ήταν ξερά και τα μάτια της φαίνονταν νυσταγμένα. Ψέκασε μόνο με το απαλό άρωμά της το στήθος και τους ώμους της. Μια ιδιοτροπία του αγαπημένου της ήταν ότι ήθελε να τη βλέπει πάντα άβαφη, φυσική. Τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους την είχε ξενίσει αυτός ο “πουριτανισμός”, όπως τον χαρακτήριζε. Ωστόσο ένιωθε μοναδική κάθε φορά που εκείνος γευόταν ακόρεστα τα ατημέλητα χαρακτηριστικά του προσώπου της.

Αφού τέλειωσε με τη λιτή περιποίηση της παρουσίας της, ανέβηκε στο δεύτερο όροφο και πάτησε το κουδούνι. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε μέχρι να ακούσει βήματα να πλησιάζουν στην πόρτα, αντιστοιχούσε σε μια φωτογραφική ανάμνηση από το παρελθόν με τον καλό της. Το πρώτο τους φιλί στην είσοδο της πολυκατοικίας της, η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα στο σπίτι της ενώ η Τερέζα κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι και το πρώτο ερωτικό καβγαδάκι με αφορμή τις μεταμεσονύκτιες αναπάντητες κλήσεις από απόρρητο αριθμό στο κινητό της Λένας. Προτού προλάβουν οι αναμνήσεις να φτάσουν στην επέτειο του πρώτου τους μήνα, η πόρτα του διαμερίσματος μισάνοιξε. Μια ανθρώπινη φιγούρα ξεπρόβαλε και κοιτούσε κατάματα τη Λένα. Μια φιγούρα η οποία δεν έφερε ίχνος από τα καστανά μάτια του αγαπημένου της ούτε από τα πυκνά μαύρα του μαλλιά. Αντιθέτως την Λένα κοίταζαν δυο κατάμαυρα μάτια που ανήκαν σε ένα πρόσωπο με μακριά ξανθά μαλλιά. Οι ελπίδες της Λένας οτι το κορίτσι αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο πλην από ερωμένη του αγαπημένου της κράτησαν τόσο όσο χρειάστηκε η πόρτα για να ανοίξει λίγο περισσότερο και να φανούν τα προχειροβαλμένα εσώρουχα του κοριτσιού που την άνοιξε. Πριν προλάβει η κοπέλα να ρωτήσει το πρέπον εκείνη τη στιγμή, δηλαδή ποια είχε απέναντι της, η Λένα της είπε «πες του ότι τον αγαπώ ακόμα» και έφυγε πριν τα δάκρυα της νικήσουν κατά κράτος την αξιοπρέπεια της και ξεχυθούν στο πρόσωπο της.